- επαυλίζομαι
- ἐπαυλίζομαι (AM)ζω κοντά σε κάποιον («πραέων τοῑς τόποις ἐπαυλίζῃ», Μηναία)αρχ.1. αυλίζομαι, στρατοπεδεύω («ἐπηυλίσθησαν ἐγγὺς τῶν νεῶν», Δίων Κάσσ.)2. καταλύω κάπου, περνώ τη νύχτα3. (για πουλιά) κουρνιάζω, κοιμάμαι.[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + αυλίζομαι «καταλύω, διανυκτερεύω»].
Dictionary of Greek. 2013.